ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χαλυβδώνω (ατσάλι)

Κλίση

Παρόν (απλό)
錬る
Παρόν (ευγενικό)
錬ります
Άρνηση (απλή)
錬らない
Άρνηση (ευγενική)
錬りません
Παρελθόν (απλό)
錬った
Παρελθόν (ευγενικό)
錬りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
錬らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
錬りませんでした
Τε-μορφή
錬って
Δυνητική
錬れる
Προστακτική
錬れ
Βουλητική
錬ろう
Υποθετική (ば)
錬れば