錯和
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα λάθος, γκάφα, ανοησία, σφάλμα
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ακούσια παραβίαση κανόνων που επιφέρει ποινή
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα απαρχαιωμένο εσφαλμένη αναγγελία νίκης χωρίς να διαθέτει τα απαιτούμενα πλακίδια
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 錯和する
- Παρόν (ευγενικό)
- 錯和します
- Άρνηση (απλή)
- 錯和しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 錯和しません
- Παρελθόν (απλό)
- 錯和した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 錯和しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 錯和しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 錯和しませんでした
- Τε-μορφή
- 錯和して
- Δυνητική
- 錯和できる
- Προστακτική
- 錯和しろ
- Βουλητική
- 錯和しよう
- Υποθετική (ば)
- 錯和すれば
- Υποθετική (たら)
- 錯和したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 錯和したい
- Απαγορευτική (~な)
- 錯和するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 錯和しなさい
- Παθητική
- 錯和される
- Αιτιατική
- 錯和させる