錯さっ覚かく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ψευδαίσθηση, παραισθήσεις, οφθαλμαπάτη
  2. 02 παρερμηνεία, εσφαλμένη αντίληψη, παρανόηση, παρεξήγηση, ψευδαίσθηση, αυταπάτη, πλάνη, λάθος

Παραδείγματα

  • これは目めの錯覚さっかくです。

    Αυτή είναι μια οφθαλμαπάτη.

  • 私わたしは彼かれが私わたしを好すきだと錯覚さっかくしていた。

    Νόμιζα λανθασμένα ότι με συμπαθούσε.

  • 人間にんげんの脳のうは、しばしば現実げんじつと異ことなる錯覚さっかくを生うみ出だすことがあります。

    Ο ανθρώπινος εγκέφαλος συχνά δημιουργεί ψευδαισθήσεις που διαφέρουν από την πραγματικότητα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
錯覚する
Παρόν (ευγενικό)
錯覚します
Άρνηση (απλή)
錯覚しない
Άρνηση (ευγενική)
錯覚しません
Παρελθόν (απλό)
錯覚した
Παρελθόν (ευγενικό)
錯覚しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
錯覚しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
錯覚しませんでした
Τε-μορφή
錯覚して
Δυνητική
錯覚できる
Προστακτική
錯覚しろ
Βουλητική
錯覚しよう
Υποθετική (ば)
錯覚すれば