鍍金メッキ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: ときん

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα επιμετάλλωση (χρωμίου, χρυσού, αργύρου κ.λπ.), επικάλυψη, επίχρυση
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα προσποίηση, υποκρισία, προπέτασμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
鍍金する
Παρόν (ευγενικό)
鍍金します
Άρνηση (απλή)
鍍金しない
Άρνηση (ευγενική)
鍍金しません
Παρελθόν (απλό)
鍍金した
Παρελθόν (ευγενικό)
鍍金しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鍍金しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鍍金しませんでした
Τε-μορφή
鍍金して
Δυνητική
鍍金できる
Προστακτική
鍍金しろ
Βουλητική
鍍金しよう
Υποθετική (ば)
鍍金すれば