くわ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τελετή θεμελίωσης, έναρξη εργασιών
  2. 02 πρωτοχρονιάτικη τελετή κατά την οποία χρησιμοποιείται σκαπάνη για να οργωθεί έδαφος που βρίσκεται σε τυχερή κατεύθυνση

Κλίση

Παρόν (απλό)
鍬入れする
Παρόν (ευγενικό)
鍬入れします
Άρνηση (απλή)
鍬入れしない
Άρνηση (ευγενική)
鍬入れしません
Παρελθόν (απλό)
鍬入れした
Παρελθόν (ευγενικό)
鍬入れしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鍬入れしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鍬入れしませんでした
Τε-μορφή
鍬入れして
Δυνητική
鍬入れできる
Προστακτική
鍬入れしろ
Βουλητική
鍬入れしよう
Υποθετική (ば)
鍬入れすれば