こく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εθνική απομόνωση, κλείσιμο της χώρας σε ξένους
  2. 02 ιστορικό σακόκου, πολιτική εθνικής απομόνωσης που θεσπίστηκε από το σογκουνάτο Τοκουγκάουα

Κλίση

Παρόν (απλό)
鎖国する
Παρόν (ευγενικό)
鎖国します
Άρνηση (απλή)
鎖国しない
Άρνηση (ευγενική)
鎖国しません
Παρελθόν (απλό)
鎖国した
Παρελθόν (ευγενικό)
鎖国しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鎖国しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鎖国しませんでした
Τε-μορφή
鎖国して
Δυνητική
鎖国できる
Προστακτική
鎖国しろ
Βουλητική
鎖国しよう
Υποθετική (ば)
鎖国すれば