ちんてい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιστορικό καταστολή (π.χ. μιας εξέγερσης), ειρήνευση

Κλίση

Παρόν (απλό)
鎮定する
Παρόν (ευγενικό)
鎮定します
Άρνηση (απλή)
鎮定しない
Άρνηση (ευγενική)
鎮定しません
Παρελθόν (απλό)
鎮定した
Παρελθόν (ευγενικό)
鎮定しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鎮定しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鎮定しませんでした
Τε-μορφή
鎮定して
Δυνητική
鎮定できる
Προστακτική
鎮定しろ
Βουλητική
鎮定しよう
Υποθετική (ば)
鎮定すれば