ちん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εγκαθίδρυση (θεότητας), παραμονή (σε ναό ή ιερό τόπο)
  2. 02 χιουμοριστικό επιβλητική παρουσία (σε κάποιον χώρο), τοποθέτηση, ακινητοποίηση (σε ένα σημείο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
鎮座する
Παρόν (ευγενικό)
鎮座します
Άρνηση (απλή)
鎮座しない
Άρνηση (ευγενική)
鎮座しません
Παρελθόν (απλό)
鎮座した
Παρελθόν (ευγενικό)
鎮座しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鎮座しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鎮座しませんでした
Τε-μορφή
鎮座して
Δυνητική
鎮座できる
Προστακτική
鎮座しろ
Βουλητική
鎮座しよう
Υποθετική (ば)
鎮座すれば