かがみうつ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντικατοπτρίζομαι στον καθρέφτη

Κλίση

Παρόν (απλό)
鏡に映る
Παρόν (ευγενικό)
鏡に映ります
Άρνηση (απλή)
鏡に映らない
Άρνηση (ευγενική)
鏡に映りません
Παρελθόν (απλό)
鏡に映った
Παρελθόν (ευγενικό)
鏡に映りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鏡に映らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鏡に映りませんでした
Τε-μορφή
鏡に映って
Δυνητική
鏡に映れる
Προστακτική
鏡に映れ
Βουλητική
鏡に映ろう
Υποθετική (ば)
鏡に映れば