かがみ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποσφραγίζω, ανοίγω βαρέλι

Κλίση

Παρόν (απλό)
鏡を抜く
Παρόν (ευγενικό)
鏡を抜きます
Άρνηση (απλή)
鏡を抜かない
Άρνηση (ευγενική)
鏡を抜きません
Παρελθόν (απλό)
鏡を抜いた
Παρελθόν (ευγενικό)
鏡を抜きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鏡を抜かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鏡を抜きませんでした
Τε-μορφή
鏡を抜いて
Δυνητική
鏡を抜ける
Προστακτική
鏡を抜け
Βουλητική
鏡を抜こう
Υποθετική (ば)
鏡を抜けば