かんがみる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λαμβάνω υπόψη, έχω κατά νου, εξετάζω, διδάσκομαι, παραδειγματίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
鑑みる
Παρόν (ευγενικό)
鑑みます
Άρνηση (απλή)
鑑みない
Άρνηση (ευγενική)
鑑みません
Παρελθόν (απλό)
鑑みた
Παρελθόν (ευγενικό)
鑑みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鑑みなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鑑みませんでした
Τε-μορφή
鑑みて
Δυνητική
鑑みられる
Προστακτική
鑑みろ
Βουλητική
鑑みよう
Υποθετική (ば)
鑑みれば