鑑識
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κρίση, διάκριση, οξυδέρκεια, ικανότητα εκτίμησης
- 02 εκτίμηση (π.χ. αρχαιοτήτων), αξιολόγηση
- 03 ιατροδικαστική, εγκληματολογική έρευνα, ταυτοποίηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 鑑識する
- Παρόν (ευγενικό)
- 鑑識します
- Άρνηση (απλή)
- 鑑識しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 鑑識しません
- Παρελθόν (απλό)
- 鑑識した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 鑑識しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 鑑識しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 鑑識しませんでした
- Τε-μορφή
- 鑑識して
- Δυνητική
- 鑑識できる
- Προστακτική
- 鑑識しろ
- Βουλητική
- 鑑識しよう
- Υποθετική (ば)
- 鑑識すれば
- Υποθετική (たら)
- 鑑識したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 鑑識したい
- Απαγορευτική (~な)
- 鑑識するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 鑑識しなさい
- Παθητική
- 鑑識される
- Αιτιατική
- 鑑識させる