ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο ανάβω φωτιά (με τριβή ξύλου με ξύλο ή χτυπώντας μέταλλο με πέτρα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
鑽る
Παρόν (ευγενικό)
鑽ります
Άρνηση (απλή)
鑽らない
Άρνηση (ευγενική)
鑽りません
Παρελθόν (απλό)
鑽った
Παρελθόν (ευγενικό)
鑽りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鑽らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鑽りませんでした
Τε-μορφή
鑽って
Δυνητική
鑽れる
Προστακτική
鑽れ
Βουλητική
鑽ろう
Υποθετική (ば)
鑽れば