ちょうじる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεγαλώνω, ενηλικιώνομαι
  2. 02 διαπρέπω, υπερέχω σε κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
長じる
Παρόν (ευγενικό)
長じます
Άρνηση (απλή)
長じない
Άρνηση (ευγενική)
長じません
Παρελθόν (απλό)
長じた
Παρελθόν (ευγενικό)
長じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
長じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
長じませんでした
Τε-μορφή
長じて
Δυνητική
長じられる
Προστακτική
長じろ
Βουλητική
長じよう
Υποθετική (ば)
長じれば