ちょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιμήκυνση φωνήεντος (π.χ. όπως στη διάλεκτο Κανσάι)
  2. 02 μακρύς ήχος (ειδικά μακρύ φωνήεν)

Κλίση

Παρόν (απλό)
長呼する
Παρόν (ευγενικό)
長呼します
Άρνηση (απλή)
長呼しない
Άρνηση (ευγενική)
長呼しません
Παρελθόν (απλό)
長呼した
Παρελθόν (ευγενικό)
長呼しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
長呼しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
長呼しませんでした
Τε-μορφή
長呼して
Δυνητική
長呼できる
Προστακτική
長呼しろ
Βουλητική
長呼しよう
Υποθετική (ば)
長呼すれば