ちょうこうぜつるう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκφωνώ μακροσκελή λόγο, μιλάω για πολλή ώρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
長広舌を振るう
Παρόν (ευγενικό)
長広舌を振るいます
Άρνηση (απλή)
長広舌を振るわない
Άρνηση (ευγενική)
長広舌を振るいません
Παρελθόν (απλό)
長広舌を振るった
Παρελθόν (ευγενικό)
長広舌を振るいました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
長広舌を振るわなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
長広舌を振るいませんでした
Τε-μορφή
長広舌を振るって
Δυνητική
長広舌を振るえる
Προστακτική
長広舌を振るえ
Βουλητική
長広舌を振るおう
Υποθετική (ば)
長広舌を振るえば