ちょうせい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μακροζωία
  2. 02 αιώνια ζωή, κύκλος που μπορεί να επαναληφθεί επ' αόριστον και καμία ομάδα δεν πεθαίνει

Κλίση

Παρόν (απλό)
長生する
Παρόν (ευγενικό)
長生します
Άρνηση (απλή)
長生しない
Άρνηση (ευγενική)
長生しません
Παρελθόν (απλό)
長生した
Παρελθόν (ευγενικό)
長生しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
長生しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
長生しませんでした
Τε-μορφή
長生して
Δυνητική
長生できる
Προστακτική
長生しろ
Βουλητική
長生しよう
Υποθετική (ば)
長生すれば