閃く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αστράφτω (π.χ. κεραυνός), τρεμοπαίζω, λάμπω, σπινθηρίζω, φέγγω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ανεμίζω (π.χ. σημαία), κυματίζω
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα αστράφτω στο μυαλό κάποιου (π.χ. μια ιδέα), έρχομαι ξαφνικά στον νου
Παραδείγματα
-
アイデアが閃きました。
Μου ήρθε μια ιδέα.
-
空に稲妻が閃いた。
Μια αστραπή φώτισε τον ουρανό.
-
彼女の話を聞いている途中で、解決策が突然頭に閃いた。
Ενώ την άκουγα να μιλάει, ξαφνικά μου ήρθε στο μυαλό η λύση.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 閃く
- Παρόν (ευγενικό)
- 閃きます
- Άρνηση (απλή)
- 閃かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 閃きません
- Παρελθόν (απλό)
- 閃いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 閃きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 閃かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 閃きませんでした
- Τε-μορφή
- 閃いて
- Δυνητική
- 閃ける
- Προστακτική
- 閃け
- Βουλητική
- 閃こう
- Υποθετική (ば)
- 閃けば
- Υποθετική (たら)
- 閃いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 閃きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 閃くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 閃きなさい
- Παθητική
- 閃かれる
- Αιτιατική
- 閃かせる