閉ざす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κλείνω, ασφαλίζω, κλειδώνω
- 02 φράζω, αποκλείω (έναν δρόμο, είσοδο κ.λπ.)
- 03 αποκλείω (λόγω χιονιού, πάγου κ.λπ.), εγκλωβίζω, αποκόπτω, διακόπτω, καλύπτω (π.χ. στο σκοτάδι)
- 04 κατακλύζω (με αρνητικά συναισθήματα), κυριεύω (π.χ. από θλίψη), βυθίζω (π.χ. στον πόνο)
Παραδείγματα
-
目を閉ざす。
Κλείνω τα μάτια μου.
-
山が雪に閉ざされた。
Το βουνό αποκλείστηκε από το χιόνι.
-
彼女は過去の悲しみから、心を閉ざしてしまった。
Έκλεισε την καρδιά της εξαιτίας μιας παλιάς θλίψης.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 閉ざす
- Παρόν (ευγενικό)
- 閉ざします
- Άρνηση (απλή)
- 閉ざさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 閉ざしません
- Παρελθόν (απλό)
- 閉ざした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 閉ざしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 閉ざさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 閉ざしませんでした
- Τε-μορφή
- 閉ざして
- Δυνητική
- 閉ざせる
- Προστακτική
- 閉ざせ
- Βουλητική
- 閉ざそう
- Υποθετική (ば)
- 閉ざせば
- Υποθετική (たら)
- 閉ざしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 閉ざしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 閉ざすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 閉ざしなさい
- Παθητική
- 閉ざされる
- Αιτιατική
- 閉ざさせる