閉とじこもる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απομονώνομαι, κλείνομαι στον εαυτό μου

Παραδείγματα

  • 家いえに閉とじこもる。

    Μένω κλεισμένος στο σπίτι.

  • 悲かなしいとき、部屋へやに閉とじこもることがあります。

    Όταν είμαι στενοχωρημένος, μερικές φορές κλείνομαι στο δωμάτιό μου.

  • 社会しゃかいとの関かかわりを避さけて、自分じぶんの世界せかいに閉とじこもる人ひともいます。

    Υπάρχουν και άνθρωποι που αποφεύγουν την επαφή με την κοινωνία και κλείνονται στον δικό τους κόσμο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
閉じこもる
Παρόν (ευγενικό)
閉じこもります
Άρνηση (απλή)
閉じこもらない
Άρνηση (ευγενική)
閉じこもりません
Παρελθόν (απλό)
閉じこもった
Παρελθόν (ευγενικό)
閉じこもりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
閉じこもらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
閉じこもりませんでした
Τε-μορφή
閉じこもって
Δυνητική
閉じこもれる
Προστακτική
閉じこもれ
Βουλητική
閉じこもろう
Υποθετική (ば)
閉じこもれば