閉とじる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κλείνω (π.χ. βιβλίο, μάτια, συνάντηση κ.λπ.), κλείνομαι

Παραδείγματα

  • 本ほんを閉とじる。

    Κλείνω το βιβλίο.

  • 寝ねる前まえに、目めを閉とじる。

    Πριν κοιμηθώ, κλείνω τα μάτια μου.

  • この会社かいしゃは経営不振けいえいふしんのため、来月末らいげつまつで事業じぎょうを閉とじることになった。

    Λόγω οικονομικών δυσχερειών, αυτή η εταιρεία αποφάσισε να κλείσει τις δραστηριότητές της μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
閉じる
Παρόν (ευγενικό)
閉じます
Άρνηση (απλή)
閉じない
Άρνηση (ευγενική)
閉じません
Παρελθόν (απλό)
閉じた
Παρελθόν (ευγενικό)
閉じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
閉じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
閉じませんでした
Τε-μορφή
閉じて
Δυνητική
閉じられる
Προστακτική
閉じろ
Βουλητική
閉じよう
Υποθετική (ば)
閉じれば