へいこうとんしゅ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός βρίσκομαι σε πλήρη αμηχανία για το τι πρέπει να κάνω, φτάνω στα όριά μου, μένω άναυδος χωρίς απάντηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
閉口頓首する
Παρόν (ευγενικό)
閉口頓首します
Άρνηση (απλή)
閉口頓首しない
Άρνηση (ευγενική)
閉口頓首しません
Παρελθόν (απλό)
閉口頓首した
Παρελθόν (ευγενικό)
閉口頓首しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
閉口頓首しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
閉口頓首しませんでした
Τε-μορφή
閉口頓首して
Δυνητική
閉口頓首できる
Προστακτική
閉口頓首しろ
Βουλητική
閉口頓首しよう
Υποθετική (ば)
閉口頓首すれば