へいえん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κλείσιμο πάρκου (π.χ. θεματικό πάρκο, βοτανικός κήπος κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
閉園する
Παρόν (ευγενικό)
閉園します
Άρνηση (απλή)
閉園しない
Άρνηση (ευγενική)
閉園しません
Παρελθόν (απλό)
閉園した
Παρελθόν (ευγενικό)
閉園しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
閉園しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
閉園しませんでした
Τε-μορφή
閉園して
Δυνητική
閉園できる
Προστακτική
閉園しろ
Βουλητική
閉園しよう
Υποθετική (ば)
閉園すれば