へいきょく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κλείσιμο (ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού, ταχυδρομείου, γραφείου κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
閉局する
Παρόν (ευγενικό)
閉局します
Άρνηση (απλή)
閉局しない
Άρνηση (ευγενική)
閉局しません
Παρελθόν (απλό)
閉局した
Παρελθόν (ευγενικό)
閉局しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
閉局しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
閉局しませんでした
Τε-μορφή
閉局して
Δυνητική
閉局できる
Προστακτική
閉局しろ
Βουλητική
閉局しよう
Υποθετική (ば)
閉局すれば