へいざん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λήξη της ορειβατικής περιόδου, κλείσιμο βουνού για τους ορειβάτες
  2. 02 κλείσιμο μεταλλείου, διακοπή της εξόρυξης

Κλίση

Παρόν (απλό)
閉山する
Παρόν (ευγενικό)
閉山します
Άρνηση (απλή)
閉山しない
Άρνηση (ευγενική)
閉山しません
Παρελθόν (απλό)
閉山した
Παρελθόν (ευγενικό)
閉山しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
閉山しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
閉山しませんでした
Τε-μορφή
閉山して
Δυνητική
閉山できる
Προστακτική
閉山しろ
Βουλητική
閉山しよう
Υποθετική (ば)
閉山すれば