へいちょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κλείσιμο δημόσιας υπηρεσίας (για την ημέρα)
  2. 02 οριστικό κλείσιμο δημόσιας υπηρεσίας

Κλίση

Παρόν (απλό)
閉庁する
Παρόν (ευγενικό)
閉庁します
Άρνηση (απλή)
閉庁しない
Άρνηση (ευγενική)
閉庁しません
Παρελθόν (απλό)
閉庁した
Παρελθόν (ευγενικό)
閉庁しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
閉庁しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
閉庁しませんでした
Τε-μορφή
閉庁して
Δυνητική
閉庁できる
Προστακτική
閉庁しろ
Βουλητική
閉庁しよう
Υποθετική (ば)
閉庁すれば