へいてい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διακοπή συνεδρίασης δικαστηρίου

Κλίση

Παρόν (απλό)
閉廷する
Παρόν (ευγενικό)
閉廷します
Άρνηση (απλή)
閉廷しない
Άρνηση (ευγενική)
閉廷しません
Παρελθόν (απλό)
閉廷した
Παρελθόν (ευγενικό)
閉廷しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
閉廷しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
閉廷しませんでした
Τε-μορφή
閉廷して
Δυνητική
閉廷できる
Προστακτική
閉廷しろ
Βουλητική
閉廷しよう
Υποθετική (ば)
閉廷すれば