へいしょ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περιορισμένος χώρος
  2. 02 κλείσιμο (ενός ιδρύματος, γραφείου, κλινικής κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
閉所する
Παρόν (ευγενικό)
閉所します
Άρνηση (απλή)
閉所しない
Άρνηση (ευγενική)
閉所しません
Παρελθόν (απλό)
閉所した
Παρελθόν (ευγενικό)
閉所しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
閉所しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
閉所しませんでした
Τε-μορφή
閉所して
Δυνητική
閉所できる
Προστακτική
閉所しろ
Βουλητική
閉所しよう
Υποθετική (ば)
閉所すれば