へいぎょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κλείσιμο επιχείρησης, διακοπή λειτουργίας
  2. 02 κλείσιμο επιχείρησης για την ημέρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
閉業する
Παρόν (ευγενικό)
閉業します
Άρνηση (απλή)
閉業しない
Άρνηση (ευγενική)
閉業しません
Παρελθόν (απλό)
閉業した
Παρελθόν (ευγενικό)
閉業しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
閉業しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
閉業しませんでした
Τε-μορφή
閉業して
Δυνητική
閉業できる
Προστακτική
閉業しろ
Βουλητική
閉業しよう
Υποθετική (ば)
閉業すれば