閉講
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ολοκλήρωση κύκλου σπουδών (προγράμματος κ.λπ.), λήξη κύκλου σπουδών (προγράμματος κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 閉講する
- Παρόν (ευγενικό)
- 閉講します
- Άρνηση (απλή)
- 閉講しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 閉講しません
- Παρελθόν (απλό)
- 閉講した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 閉講しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 閉講しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 閉講しませんでした
- Τε-μορφή
- 閉講して
- Δυνητική
- 閉講できる
- Προστακτική
- 閉講しろ
- Βουλητική
- 閉講しよう
- Υποθετική (ば)
- 閉講すれば
- Υποθετική (たら)
- 閉講したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 閉講したい
- Απαγορευτική (~な)
- 閉講するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 閉講しなさい
- Παθητική
- 閉講される
- Αιτιατική
- 閉講させる