へいいん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οριστικό κλείσιμο νοσοκομείου, ιδρύματος, ναού κ.λπ.
  2. 02 κλείσιμο νοσοκομείου, ιδρύματος, ναού κ.λπ. (για την ημέρα)
  3. 03 ιστορικό διακοπή συνεδρίασης της Αυτοκρατορικής Δίαιτας

Κλίση

Παρόν (απλό)
閉院する
Παρόν (ευγενικό)
閉院します
Άρνηση (απλή)
閉院しない
Άρνηση (ευγενική)
閉院しません
Παρελθόν (απλό)
閉院した
Παρελθόν (ευγενικό)
閉院しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
閉院しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
閉院しませんでした
Τε-μορφή
閉院して
Δυνητική
閉院できる
Προστακτική
閉院しろ
Βουλητική
閉院しよう
Υποθετική (ば)
閉院すれば