つかえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κολλάω, σφηνώνω, βουλώνω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα είμαι μη διαθέσιμος, είμαι απασχολημένος, είμαι κατειλημμένος, είμαι γεμάτος
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα στοιβάζομαι (π.χ. για εργασίες)
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα κομπιάζω (στον λόγο), σκοντάφτω (στα λόγια μου), τραυλίζω
  5. 05 συνήθως γραμμένο με κάνα νιώθω σφίξιμο (στο στήθος ή στον λαιμό, λόγω θλίψης, άγχους, ασθένειας κ.λπ.), νιώθω πίεση, νιώθω πόνο

Κλίση

Παρόν (απλό)
閊える
Παρόν (ευγενικό)
閊えます
Άρνηση (απλή)
閊えない
Άρνηση (ευγενική)
閊えません
Παρελθόν (απλό)
閊えた
Παρελθόν (ευγενικό)
閊えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
閊えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
閊えませんでした
Τε-μορφή
閊えて
Δυνητική
閊えられる
Προστακτική
閊えろ
Βουλητική
閊えよう
Υποθετική (ば)
閊えれば