閊える
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κολλάω, σφηνώνω, βουλώνω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα είμαι μη διαθέσιμος, είμαι απασχολημένος, είμαι κατειλημμένος, είμαι γεμάτος
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα στοιβάζομαι (π.χ. για εργασίες)
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα κομπιάζω (στον λόγο), σκοντάφτω (στα λόγια μου), τραυλίζω
- 05 συνήθως γραμμένο με κάνα νιώθω σφίξιμο (στο στήθος ή στον λαιμό, λόγω θλίψης, άγχους, ασθένειας κ.λπ.), νιώθω πίεση, νιώθω πόνο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 閊える
- Παρόν (ευγενικό)
- 閊えます
- Άρνηση (απλή)
- 閊えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 閊えません
- Παρελθόν (απλό)
- 閊えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 閊えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 閊えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 閊えませんでした
- Τε-μορφή
- 閊えて
- Δυνητική
- 閊えられる
- Προστακτική
- 閊えろ
- Βουλητική
- 閊えよう
- Υποθετική (ば)
- 閊えれば
- Υποθετική (たら)
- 閊えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 閊えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 閊えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 閊えなさい
- Παθητική
- 閊えられる
- Αιτιατική
- 閊えさせる