はだかる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ανοίγομαι (για ρούχα), εκτίθεμαι, είμαι ορθάνοιχτος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα στέκομαι με τα σκέλη ανοιχτά, φράζω τον δρόμο

Κλίση

Παρόν (απλό)
開かる
Παρόν (ευγενικό)
開かります
Άρνηση (απλή)
開からない
Άρνηση (ευγενική)
開かりません
Παρελθόν (απλό)
開かった
Παρελθόν (ευγενικό)
開かりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
開からなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
開かりませんでした
Τε-μορφή
開かって
Δυνητική
開かれる
Προστακτική
開かれ
Βουλητική
開かろう
Υποθετική (ば)
開かれば