ひらかれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανοίγομαι
  2. 02 διοργανώνομαι (για συνάντηση, πάρτι κ.λπ.)
  3. 03 είμαι ανοιχτός (δηλαδή χωρίς περιορισμούς), ανοίγομαι, είμαι διαθέσιμος, είμαι προσβάσιμος

Κλίση

Παρόν (απλό)
開かれる
Παρόν (ευγενικό)
開かれます
Άρνηση (απλή)
開かれない
Άρνηση (ευγενική)
開かれません
Παρελθόν (απλό)
開かれた
Παρελθόν (ευγενικό)
開かれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
開かれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
開かれませんでした
Τε-μορφή
開かれて
Δυνητική
開かれられる
Προστακτική
開かれろ
Βουλητική
開かれよう
Υποθετική (ば)
開かれれば