ひらなお

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξανανοίγω (π.χ. ένα αρχείο, ένα παράθυρο), ανοίγω πάλι

Κλίση

Παρόν (απλό)
開き直す
Παρόν (ευγενικό)
開き直します
Άρνηση (απλή)
開き直さない
Άρνηση (ευγενική)
開き直しません
Παρελθόν (απλό)
開き直した
Παρελθόν (ευγενικό)
開き直しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
開き直さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
開き直しませんでした
Τε-μορφή
開き直して
Δυνητική
開き直せる
Προστακτική
開き直せ
Βουλητική
開き直そう
Υποθετική (ば)
開き直せば