開き直る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 γίνομαι προκλητικός, αντεπιτίθεμαι, στρέφομαι εναντίον κάποιου, περνώ στην αντεπίθεση
Παραδείγματα
-
彼は急に開き直った。
Ξαφνικά, έγινε προκλητικός.
-
自分の非を認めずに、逆に開き直る態度は許されない。
Δεν είναι αποδεκτή η στάση του να μην παραδέχεται το λάθος του και αντιθέτως να περνάει στην αντεπίθεση.
-
彼女は注意されると、すぐに開き直って他者に責任を転嫁しようとする癖があるから、周囲も困っている。
Έχει τη συνήθεια όταν της κάνουν παρατήρηση, αμέσως να γίνεται προκλητική και να προσπαθεί να μεταφέρει την ευθύνη σε άλλους, γι' αυτό και οι γύρω της δυσκολεύονται μαζί της.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 開き直る
- Παρόν (ευγενικό)
- 開き直ります
- Άρνηση (απλή)
- 開き直らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 開き直りません
- Παρελθόν (απλό)
- 開き直った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 開き直りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 開き直らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 開き直りませんでした
- Τε-μορφή
- 開き直って
- Δυνητική
- 開き直れる
- Προστακτική
- 開き直れ
- Βουλητική
- 開き直ろう
- Υποθετική (ば)
- 開き直れば
- Υποθετική (たら)
- 開き直ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 開き直りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 開き直るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 開き直りなさい
- Παθητική
- 開き直られる
- Αιτιατική
- 開き直らせる