けっぱな

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφήνω ανοιχτό

Κλίση

Παρόν (απλό)
開けっ放す
Παρόν (ευγενικό)
開けっ放します
Άρνηση (απλή)
開けっ放さない
Άρνηση (ευγενική)
開けっ放しません
Παρελθόν (απλό)
開けっ放した
Παρελθόν (ευγενικό)
開けっ放しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
開けっ放さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
開けっ放しませんでした
Τε-μορφή
開けっ放して
Δυνητική
開けっ放せる
Προστακτική
開けっ放せ
Βουλητική
開けっ放そう
Υποθετική (ば)
開けっ放せば