開あけ放はなつ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανοίγω διάπλατα (πόρτες ή παράθυρα), ξεκλειδώνω ορθάνοιχτα, πετάω ορθάνοιχτα, αφήνω ανοιχτό, διατηρώ ανοιχτό

Παραδείγματα

  • 窓まどを開あけ放はなつ。

    Ανοίγω διάπλατα το παράθυρο.

  • 部屋へやの空気くうきを入いれ替かえるために、窓まどを開あけ放はなった。

    Για να ανανεώσω τον αέρα του δωματίου, άφησα το παράθυρο διάπλατα ανοιχτό.

  • 蒸むし暑あつい夏なつの夜よる、少すこしでも涼すずしい風かぜが入はいるように、玄関げんかんの扉とびらを開あけ放はなって過すごした。

    Μια υγρή, ζεστή καλοκαιρινή νύχτα, άφησα την πόρτα της εισόδου ορθάνοιχτη για να μπει έστω και λίγο δροσερός αέρας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
開け放つ
Παρόν (ευγενικό)
開け放ちます
Άρνηση (απλή)
開け放たない
Άρνηση (ευγενική)
開け放ちません
Παρελθόν (απλό)
開け放った
Παρελθόν (ευγενικό)
開け放ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
開け放たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
開け放ちませんでした
Τε-μορφή
開け放って
Δυνητική
開け放てる
Προστακτική
開け放て
Βουλητική
開け放とう
Υποθετική (ば)
開け放てば