かい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πολιτισμός, εκσυγχρονισμός, διαφωτισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
開化する
Παρόν (ευγενικό)
開化します
Άρνηση (απλή)
開化しない
Άρνηση (ευγενική)
開化しません
Παρελθόν (απλό)
開化した
Παρελθόν (ευγενικό)
開化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
開化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
開化しませんでした
Τε-μορφή
開化して
Δυνητική
開化できる
Προστακτική
開化しろ
Βουλητική
開化しよう
Υποθετική (ば)
開化すれば