開かい口こう一いち番ばん

επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός καϊκό-ιτσιμπάν, αμέσως μόλις ανοίγει κάποιος το στόμα του για να μιλήσει, προτού ειπωθεί οτιδήποτε άλλο, κατά την έναρξη του λόγου