かい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ίδρυση ναού ή αίρεσης, ιδρυτής
  2. 02 θεμελίωση, τοποθέτηση των βάσεων για κάτι
  3. 03 βάση (τοπολογία)

Κλίση

Παρόν (απλό)
開基する
Παρόν (ευγενικό)
開基します
Άρνηση (απλή)
開基しない
Άρνηση (ευγενική)
開基しません
Παρελθόν (απλό)
開基した
Παρελθόν (ευγενικό)
開基しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
開基しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
開基しませんでした
Τε-μορφή
開基して
Δυνητική
開基できる
Προστακτική
開基しろ
Βουλητική
開基しよう
Υποθετική (ば)
開基すれば