かいたく

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αξιοποίηση (π.χ. άγονης γης), καλλιέργεια, ανάπτυξη
  2. 02 πρωτοπορία, άνοιγμα (π.χ. νέας αγοράς), διάνοιξη νέων δρόμων

Κλίση

Παρόν (απλό)
開拓する
Παρόν (ευγενικό)
開拓します
Άρνηση (απλή)
開拓しない
Άρνηση (ευγενική)
開拓しません
Παρελθόν (απλό)
開拓した
Παρελθόν (ευγενικό)
開拓しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
開拓しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
開拓しませんでした
Τε-μορφή
開拓して
Δυνητική
開拓できる
Προστακτική
開拓しろ
Βουλητική
開拓しよう
Υποθετική (ば)
開拓すれば