かいえい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έναρξη προβολής (σε κινηματογράφο), ξεκίνημα προβολής

Κλίση

Παρόν (απλό)
開映する
Παρόν (ευγενικό)
開映します
Άρνηση (απλή)
開映しない
Άρνηση (ευγενική)
開映しません
Παρελθόν (απλό)
開映した
Παρελθόν (ευγενικό)
開映しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
開映しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
開映しませんでした
Τε-μορφή
開映して
Δυνητική
開映できる
Προστακτική
開映しろ
Βουλητική
開映しよう
Υποθετική (ば)
開映すれば