開村
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ίδρυση νέου χωριού ή πόλης, άνοιγμα χωριού (π.χ. για αθλητές των Ολυμπιακών Αγώνων)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 開村する
- Παρόν (ευγενικό)
- 開村します
- Άρνηση (απλή)
- 開村しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 開村しません
- Παρελθόν (απλό)
- 開村した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 開村しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 開村しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 開村しませんでした
- Τε-μορφή
- 開村して
- Δυνητική
- 開村できる
- Προστακτική
- 開村しろ
- Βουλητική
- 開村しよう
- Υποθετική (ば)
- 開村すれば
- Υποθετική (たら)
- 開村したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 開村したい
- Απαγορευτική (~な)
- 開村するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 開村しなさい
- Παθητική
- 開村される
- Αιτιατική
- 開村させる