かいはん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έκδοση, δημοσίευση (ειδικότερα με τη χρήση ξυλογραφίας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
開板する
Παρόν (ευγενικό)
開板します
Άρνηση (απλή)
開板しない
Άρνηση (ευγενική)
開板しません
Παρελθόν (απλό)
開板した
Παρελθόν (ευγενικό)
開板しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
開板しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
開板しませんでした
Τε-μορφή
開板して
Δυνητική
開板できる
Προστακτική
開板しろ
Βουλητική
開板しよう
Υποθετική (ば)
開板すれば