かいぎょうゆる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αδειοδοτούμαι για την άσκηση επαγγέλματος (π.χ. νομικού), επιτρέπεται η έναρξη επιχειρηματικής δραστηριότητας

Κλίση

Παρόν (απλό)
開業を許す
Παρόν (ευγενικό)
開業を許します
Άρνηση (απλή)
開業を許さない
Άρνηση (ευγενική)
開業を許しません
Παρελθόν (απλό)
開業を許した
Παρελθόν (ευγενικό)
開業を許しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
開業を許さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
開業を許しませんでした
Τε-μορφή
開業を許して
Δυνητική
開業を許せる
Προστακτική
開業を許せ
Βουλητική
開業を許そう
Υποθετική (ば)
開業を許せば