開港
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 άνοιγμα λιμένα (θαλάσσιου λιμένα, αεροδρομίου κ.λπ.), έναρξη λειτουργίας λιμένα
- 02 άνοιγμα λιμένα σε ξένα πλοία ή στο διεθνές εμπόριο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 開港する
- Παρόν (ευγενικό)
- 開港します
- Άρνηση (απλή)
- 開港しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 開港しません
- Παρελθόν (απλό)
- 開港した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 開港しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 開港しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 開港しませんでした
- Τε-μορφή
- 開港して
- Δυνητική
- 開港できる
- Προστακτική
- 開港しろ
- Βουλητική
- 開港しよう
- Υποθετική (ば)
- 開港すれば
- Υποθετική (たら)
- 開港したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 開港したい
- Απαγορευτική (~な)
- 開港するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 開港しなさい
- Παθητική
- 開港される
- Αιτιατική
- 開港させる