開演
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 έναρξη παράστασης, αρχή (π.χ. θεατρικού έργου, συναυλίας)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 開演する
- Παρόν (ευγενικό)
- 開演します
- Άρνηση (απλή)
- 開演しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 開演しません
- Παρελθόν (απλό)
- 開演した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 開演しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 開演しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 開演しませんでした
- Τε-μορφή
- 開演して
- Δυνητική
- 開演できる
- Προστακτική
- 開演しろ
- Βουλητική
- 開演しよう
- Υποθετική (ば)
- 開演すれば
- Υποθετική (たら)
- 開演したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 開演したい
- Απαγορευτική (~な)
- 開演するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 開演しなさい
- Παθητική
- 開演される
- Αιτιατική
- 開演させる