かいがん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ειδικά ως かいげん φώτιση, πνευματική αφύπνιση, το να ανοίγουν τα μάτια κάποιου στην αλήθεια
  2. 02 ειδικά ως かいげん επίτευξη του ζενίθ (ως καλλιτέχνης κ.λπ.), άνοδος στα ανώτατα επίπεδα
  3. 03 απόκτηση όρασης, αποκατάσταση της όρασης, άνοιγμα των ματιών
  4. 04 ζωγράφισμα των ματιών (ενός Βούδα) ως το τελευταίο στάδιο καθαγιασμού ενός νέου αγάλματος ή εικόνας, τελετή κατά την οποία καθαγιάζεται μια νεοδημιούργητη εικόνα ή είδωλο

Κλίση

Παρόν (απλό)
開眼する
Παρόν (ευγενικό)
開眼します
Άρνηση (απλή)
開眼しない
Άρνηση (ευγενική)
開眼しません
Παρελθόν (απλό)
開眼した
Παρελθόν (ευγενικό)
開眼しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
開眼しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
開眼しませんでした
Τε-μορφή
開眼して
Δυνητική
開眼できる
Προστακτική
開眼しろ
Βουλητική
開眼しよう
Υποθετική (ば)
開眼すれば