かい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποκάλυψη (πληροφοριών, εγγράφων κ.λπ.), δημοσιοποίηση, εμφάνιση
  2. 02 ανακάλυψη (νομικός όρος)

Κλίση

Παρόν (απλό)
開示する
Παρόν (ευγενικό)
開示します
Άρνηση (απλή)
開示しない
Άρνηση (ευγενική)
開示しません
Παρελθόν (απλό)
開示した
Παρελθόν (ευγενικό)
開示しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
開示しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
開示しませんでした
Τε-μορφή
開示して
Δυνητική
開示できる
Προστακτική
開示しろ
Βουλητική
開示しよう
Υποθετική (ば)
開示すれば